ρεμίζα

ρεμίζα
(I)
η, Ν
ύπνος, ανάπαυση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. remise < remettre «κατακλίνομαι, καθησυχάζω» (βλ. και λ. ρεμίζ [ΙΙ])].
————————
(II)
η, Ν
βλ. ρεμίζ (ΙΙ).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • Ρεμιζά, Κλάρα-Ελισάβετ — (Remusat, 1780 – 1821). Γαλλίδα συγγραφέας απομνημονευμάτων. Πνευματώδης γυναίκα, σύχναζε στις κοσμικές συγκεντρώσεις της Ιωσηφίνας ντε Μποαρνέ. Παντρεύτηκε τον κόμη ντε Ρεμιζά το 1796. Το 1802, μετά την ανακήρυξη του Ναπολέοντα σε πρώτο ύπατο,… …   Dictionary of Greek

  • Ρεμιζά, Zαν Πιέρ Aμπέλ — (Remusat, 1788 – 1832). Γάλλος σινολόγος. Το 1814 διορίστηκε καθηγητής της κινεζικής γλώσσας στο Κολέγιο της Γαλλίας. Το 1815 έγινε μέλος της Επιγραφικής Ακαδημίας και το 1824 διορίστηκε συντηρητής των ανατολικών χειρογράφων της Βασιλικής… …   Dictionary of Greek

  • Ρεμιζά, Κάρολος-Φραγκίσκος-Μαρία κόμης ντε- — (Remusat, 1797 – 1875). Γάλλος πολιτικός και συγγραφέας. Σπούδασε νομικά αλλά ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, τη δημοσιογραφία και την πολιτική. Διετέλεσε βουλευτής από το 1830 έως το 1847 και υφυπουργός Εσωτερικών (1836 1837) και υπουργός… …   Dictionary of Greek

  • Ρεμιζά, Παύλος-Λουδοβίκος-Στέφανος — (Remusat, 1831 – 1897). Γάλλος πολιτικός και δημοσιογράφος. Υπήρξε συνεργάτης της Επιθεώρησης των δυο κόσμων και της Εφημερίδας των συζητήσεων, όπου δημοσίευσε πολλά άρθρα, λογοτεχνικά και βιογραφικά. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στην εκλαΐκευση της… …   Dictionary of Greek

  • ρεμίζ — (I) ο, Ν ζωολ. γένος ωδικών πτηνών τής οικογένειας Remiridae. (II) και ρεμίζα, η, Ν συνοδευτική επιστολή με την οποία ο εκχωρητής διαβιβάζει φορτωτικά έγγραφα ή αξιόγραφα προς την τράπεζά του, παρέχοντας οδηγίες για την είσπραξη τών σχετικών… …   Dictionary of Greek

  • ρεμιζάρω — Ν 1. αναπαύομαι, αράζω 2. παρκάρω. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. remiser «τοποθετώ άμαξα στο αμαξοστάσιο» (βλ. και λ. ρεμίζα)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”